Lean Fire: Οι άνθρωποι που βγαίνουν στη σύνταξη από τα 30

🤙 Σαν το newsletter... δεν έχει!

Το άρθρο αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από την Checklist, ένα newsletter που βάζει τα πράγματα σε μια σειρά.

Για να διαβάζεις κι εσύ ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες, με θέμα την παραγωγικότητα, τη διαχείριση χρόνου, τη ζωή στο εξωτερικό και πολλά άλλα, κάνε εγγραφή εδώ:

Το άρθρο αυτό είναι διαθέσιμο και σε podcast. Για να το ακούσετε, κάντε κλικ στον παραπάνω player, ή σε αυτό το link.

Τις προηγούμενες μέρες διάβασα ένα πολύ καλό άρθρο, με τίτλο: “The 2021 Early Retirement Update”. Το έγραψε ένας τυπάς, Αμερικανός και προγραμματιστής στο επάγγελμα, που βγήκε στη σύνταξη στα 37 του.

Στο άρθρο, τον βρίσκουμε 5 χρόνια μετά από αυτή την πρόωρη σύνταξη να μας εξηγεί το αποτέλεσμα, δηλαδή το τι έγινε τελικά με τη ζωή του.

Για αυτό το άρθρο, λοιπόν, θα μιλήσουμε σήμερα και πιο συγκεκριμένα για τις σκέψεις που έκανα διαβάζοντάς το.

Εντάξει, όμως, επειδή το καταλαβαίνω πως σε πολλούς θα ακούγεται παράξενο αυτό με τη σύνταξη από τα 30, επιτρέψτε μου να εξηγήσω τι είναι αυτό το παράξενο “σημείο των καιρών” που λέγεται FIRE.

Η νέα ελίτ

Την τελευταία εικοσαετία, πακέτο με την άνοδο του ίντερνετ και του software, εμφανίστηκε στην κοινωνία και μια νέα ελίτ τάξη: οι προγραμματιστές. Οι κάποτε νέρντουλες που έπαιζαν με τα τσιπάκια, έγιναν οι υπάλληλοι της Google, της Facebook και των λοιπών, που στις ΗΠΑ παίρνουν κατά μέσο όρο 150.000$ τον χρόνο.

Το να δουλεύεις σε μια από αυτές τις εταιρείες, σε βάζει σε μια συγκεκριμένη μοντέρνα ελίτ. Βγάζεις πολλά λεφτά, έχεις τεράστια αναγνώριση σε επίπεδο βιογραφικού (πόσο σιχαίνομαι αυτή τη λέξη) και μια σειρά από perks όπως τζάμπα φαΐ στο γραφείο σου και μια καλή ποιότητα ζωής (σε αντίθεση με άλλους κλάδους με πολλά λεφτά, όπως τον χρηματιστηριακό).

Στα online forum, τις εταιρείες που σε βάζουν στην “ελίτ” τις αποκαλούν με το προσωνύμιο FAANG, που είναι τα αρχικά των Facebook, Apple, Amazon, Netflix και Google.

Οι προγραμματιστές, όμως, είναι μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων. Ας τους πούμε κάπως ιδιόρρυθμους. Φταίει και η δουλειά, που σου μαθαίνει να βλέπεις τα πάντα σαν ένα πρόβλημα που επιζητάει optimization, αλλά όσο να ‘ναι, το ότι σε τράβηξε ο τομέας, σημαίνει πως πιθανότατα την είχες ήδη την τρέλα μέσα σου.

Άρα, ως τώρα έχουμε μαζέψει:

  • Ιδιόρρυθμους υπολογιστάκηδες.
  • Πολλά λεφτά με καλές συνθήκες εργασίας.
  • Και τα φόρουμ του ίντερνετ.

Η βόμβα που φτιάχνεται με αυτή τη συνταγή, είναι η ιντερνετική κλίκα που λέγεται FIRE, η αλλιώς Financial Independence / Retire Early. Στα Ελληνικά Οικονομική Ανεξαρτησία και Πρόωρη Σύνταξη.

Πολύ πρόωρη όμως.

Μια ζωή από αλγόριθμο

Από τα μάτια ενός προγραμματιστή, η ζωή μοιάζει με video game. Πρέπει να βρεις τα κόλπα για να την κερδίσεις. Να κάνεις high score.

Με αυτή τη λογική, οι τύποι των FAANG σκέφτηκαν: Αν βγάζω 150.000 τον χρόνο, πόσα χρόνια πρέπει να δουλέψω, ώστε να μαζέψω αρκετά για να μη χρειάζεται να δουλεύω πια; Και πως μπορώ να το κάνω με τον πιο αποδοτικό τρόπο, επενδύοντας δηλαδή τα χρήματά μου με τη σωστή μίξη μετοχών, ταμείων σύνταξης και ρευστό;

Με άλλα λόγια, πόσο γρήγορα μπορώ να τερματίσω το παιχνίδι;

Και το boss fight (η τελική μάνα του video game) είναι η επίτευξη του FIRE.

Πρώτα, έρχεται η οικονομική ανεξαρτησία. Η σκέψη για αυτό πατάει σε κάποιες βασικές αρχές: Η μια είναι πως το κόστος της ζωής σου μπορεί να είναι προβλέψιμο. Αν μετρήσεις τα έξοδά σου ανά μήνα, μπορείς να υπολογίσεις πόσα χρειάζεσαι σε βάθος δεκαετίας.

Η άλλη, είναι πως το χρηματικό κεφάλαιο, μπορεί να σου βγάζει ακόμη περισσότερα χρήματα. Υπό κανονικές συνθήκες, αν επενδύσεις στις μετοχές του δείκτη S&P500, μπορείς να περιμένεις μακροπρόθεσμα μια επιστροφή της τάξης του 10% ανά χρόνο. Τονίζω το μακροπρόθεσμα.

Έτσι, υπάρχουν απλές εξισώσεις, για να μετρήσει κανείς ποιό ποσοστό από το εισόδημά του θα πρέπει να βάζει στην άκρη κάθε χρόνο, ώστε να μπορέσει να “βγει στην σύνταξη” σε τάδε χρόνια.

Για LeanFire, δηλαδή Fire με σχετικά απλή ζωή, η λογική είναι να αποταμιεύσεις 25 φορές αυτά που τρως ανά χρόνο.

Κάτι τέτοιο έκανε και ο τύπος στο άρθρο. Αν, φυσικά, τρως 100.000 τον χρόνο, που στη Νέα Υόρκη γίνεται, θα πρέπει να μαζέψεις 2.500.000. Πιο ρεαλιστικό, όμως, είναι να μειώσεις το κόστος της ζωής σου, αλλάζοντας συνήθειες ή και μέρος κατοικίας, ώστε αυτό το ποσό να μειωθεί. (Σκεφτείτε, πως ένας Googler, μπορεί να δουλέψει για πέντε χρόνια και μετά να έρθει στην Ελλάδα και να μη χρειαστεί να ξαναδουλέψει ποτέ).

Το ενδιαφέρον, όμως, έρχεται μετά.

Προτείνω να διαβάσετε το άρθρο, αλλά περιληπτικά: Αφότου ο τύπος σταμάτησε να δουλεύει, τα πρώτα δύο χρόνια ήταν ωραία, αφού ήταν μια ευχάριστη αλλαγή από τη συνεχή δουλειά.

Μετά, όμως, όλα άρχισαν να χαλάνε. Από τη μια, ένα απρόοπτο με την υγεία του τον ανάγκασε να φάει λίγο περισσότερα λεφτά από το απόθεμά. Από την άλλη, άρχισε να ψιλο-βαριέται. Και από την παρα-άλλη, η σύντροφός του, ένιωσε πως πνίγεται από την “ζωή χωρίς δουλειά”. Έβλεπε τους φίλους της να ζούνε το grind και να “προχωράνε μπροστά” και κατέληξε να τον παρατήσει για κάποιον άλλον, με μια “κανονική δουλειά” και μια “κανονική ζωή”. Για έναν τύπο, που έπρεπε να δουλεύει για να ζήσει.

Για ποιόν λόγο δουλεύουμε;

Τα τελευταία χρόνια έχω αναρωτηθεί πάρα πολύ για αυτό. Φυσικά, υπάρχουν διάφοροι προφανείς λόγοι, αλλά θέλω να πιάσω το θέμα λίγο πιο φιλοσοφικά.

Τι θα έκανες αν δεν υπήρχε λόγος να δουλέψεις ποτέ ξανά για τα λεφτά; Αν ήσουν ο εγγονός του Νιάρχου ή κάτι τέτοιο; Αυτό είναι ένα πολύ καλό ερώτημα που μπορεί να μας ανοίξει τα μάτια για τους εαυτούς μας.

Εάν δουλεύουμε μόνο για την επιβίωση, τότε η απάντηση ίσως φαίνεται εύκολη. Θα πούμε πως θα κάναμε κάτι άλλο, κάτι που ίσως είχαμε σαν χόμπι ως τώρα, ή κάτι που θέλαμε πολύ και δεν το προλαβαίναμε.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα περισσότερα που θέλουμε να κάνουμε στη ζωή, τελικά τα κάνουμε. Πίσω από κόστη και δυσκολίες, βρίσκουμε τον τρόπο και το καταφέρνουμε. Όλα τα άλλα, τις περισσότερες φορές, είναι δικαιολογίες.

Σκεφτείτε: Πόσα πράγματα φανταζόμασταν ότι θα κάναμε στην αρχή της καραντίνας και δεν τα κάναμε ποτέ; Ξένες γλώσσες που θα μαθαίναμε, φαγητά που θα μαγειρεύαμε, γυμναστική που θα κάναμε; Η ευκαιρία υπήρχε, αλλά τελικά, δεν τα κάναμε, γιατί ποτέ δεν τα θέλαμε πραγματικά.

Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε και σε μια ζωή χωρίς δουλειά. Αυτό έπαθε και ο τύπος του άρθρου και μετά από ένα ωραίο honeymoon, είδε τη σκληρή πραγματικότητα μιας ζωής με απόλυτη ελευθερία: Ένα τρομαχτικό κενό που σου ζητάει να το γεμίσεις. Το να δώσεις νόημα στο τίποτα, είναι χίλιες φορές πιο δύσκολο από το να ξυπνάς κάθε πρωί και να έχεις ένα αφεντικό (η μια καριέρα) να σου λέει κάνε το ένα και το άλλο.

Όταν, όμως, ο κομπιουτεράκιας παίζει σωστά το σύστημα, καταλήγει με μισό εκατομμύριο στην άκρη και καταφέρνει την ελεύθερη ζωή που είχε βάλει στόχο, τότε συνειδητοποιεί πως η ζωή δεν είναι βίντεογκέιμ. Δεν έχει ένα game over και μετά ένα άλλο game για να αρχίσει.

Το game της ζωής είναι ακριβώς αυτά που κάνουμε μέσα της: Οι σχέσεις, οι στόχοι, η δουλειά. Αυτά δεν είναι εμπόδια ανάμεσα σε εμάς και σε μια καλύτερη ζωή. Ζούμε ακριβώς επειδή τα κάνουμε αυτά. Λυπάμαι που το λέω, αλλά κάτι καλύτερο δεν υπάρχει. Αυτό είναι όλο.


Το άρθρο αυτού του τύπου, μου άρεσε τόσο, γιατί ο τολμάει να μιλήσει για αυτή την πραγματικότητα πίσω από την πόζα. Για όλα τα αληθινά που τσούζουν πίσω από το ψέμα που πουλάνε οι περισσότεροι self-help guru και οι υπόλοιποι επαγγελματίες πωλητές ονείρων. Η ακόμη και αυτοί που κατάφεραν αυτό που είχαν ως όνειρο και ποτέ δεν μίλησαν μετά για την απογοήτευσή τους.

Ο δρόμος για την Ιθάκη είναι πάντα το ωραίο κομμάτι και η Ιθάκη ένα βαρετό νησί. Μόνο αν δείξεις τα πράγματα που πονάνε, αγγίζεις την αλήθεια.

Για να μην παρεξηγηθώ: Η οικονομική ανεξαρτησία είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα για να είσαι ευχαριστημένος με τη ζωή σου. Και για να φτάσει κανείς εκεί, θέλει πειθαρχία, οργάνωση και κάποιες θυσίες.

Αν, όμως, είναι να δουλεύεις έντονα από τα 23 σου μέχρι τα 35 σου, ακόμη και για μια FAANG εταιρεία και για να καταφέρεις τον LeanFire στόχο σου έχεις κόψει τα ποτά με τους φίλους σου, φοράς τα ρούχα σου μέχρι να λιώσουν και νιώθεις τύψεις αν ανεβάσεις λίγο το καλοριφέρ – τότε, εγώ ρωτάω, ποιό είναι το νόημα;

Οι τύποι στα φόρουμ των FIRE, που για κάποιον λόγο έχουν μανία να μοιράζονται εμμονικά τα net worth τους, λένε είμαι “child-free forever”, σαν κάποιο μετάλλιο ανδρείας για το πάνθεον των σκρούτζ, επειδή προφανώς ένα παιδί θα τους κόστιζε “563.000$” περισσότερα ή κάτι τέτοιο που θα υπολόγιζαν με αρχεία Excel, μετρώντας ακόμη και τις πάνες που θα έχεζαν.

Αν είναι να πουλήσεις τα καλύτερα σου χρόνια, για να μαζέψεις λεφτά, για να ζήσεις μετά, τότε ρωτάω: Και μετά, τι ακριβώς θα κάνεις;

Η για να το πω καλύτερα: Γιατί δεν κάνεις τώρα, αυτά που θα έκανες μετά, ενώ είσαι ακόμη νέος και ταυτόχρονα να δουλεύεις φυσιολογικά σε μια ισορροπημένη ζωή;

Και φυσικά, αυτή η ερώτηση μπορεί να φύγει από το συγκεκριμένο παράδειγμα και να τεθεί σε άλλα τόσα παράξενα πράγματα που κάνουμε όλοι μας, που αν τα δούμε από λίγο μακριά, μας κάνουν και εμάς να φαινόμαστε σαν βλαμμένοι νέρντουλες με παρωπίδες.

Ας πούμε, γιατί δουλεύουμε στη δουλειά που δουλεύουμε; Γιατί επιλέξαμε την καριέρα που ακολουθούμε; Γιατί ζούμε στην τάδε πόλη ή χώρα; Γιατί κυνηγάμε τους followers στο Instagram;

Αφού όλα υποτίθεται πως έχουν έναν τελικό σκοπό από πίσω, τότε γιατί κάνουμε το τάδε πράγμα, με σκοπό να οδηγηθούμε σε κάτι άλλο, και δεν κάνουμε κατευθείαν εκείνο το άλλο;


Μερικά άρθρα και θέματα που αναφέρθηκαν στο άρθρο/podcast:

👉 Θέλεις περισσότερα άρθρα σαν κι αυτό;

Γράψου στην Checklist για να έρχεται ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες κατευθείαν στο email σου.