Η ωραία του πέραν

🤙 Σαν το newsletter... δεν έχει!

Το άρθρο αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από την Checklist, ένα newsletter που βάζει τα πράγματα σε μια σειρά.

Για να διαβάζεις κι εσύ ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες, με θέμα την παραγωγικότητα, τη διαχείριση χρόνου, τη ζωή στο εξωτερικό και πολλά άλλα, κάνε κλικ εδώ:

Εναλλακτικός τίτλος: “Φαντασία vs. Πραγματικότητα”.

Ο παππούς μου ο Αλέκος (από τον οποίο πήρα το όνομα “Αλέξανδρος” – και ευτυχώς για υποκοριστικό μου κράτησαν το “Αλέξης”) όταν μιλούσαμε για ταινίες, είχε δύο πράγματα που του άρεσαν.

Από τη μια, όλες τις ταινίες του Bruce Lee (δεν είχε σημασία ποια) που του φαίνονταν σαν πραγματικός υπερήρωας. Και από την άλλη, μια συγκεκριμένη Ελληνική ταινία με τίτλο “Η ωραία του πέραν”.

Αυτή η “ωραία” του πέραν, σύμφωνα με τα λόγια του, ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ.

Περισσότερες λεπτομέρειες δεν θυμόταν. Ήταν πάνω από εβδομήντα χρονών και την ταινία θα την είχε δει σε κάποιο ασπρόμαυρο σινεμά του χωριού, όταν ήταν ακόμη παιδάκι. Ρώτησα τον μπαμπά μου, που καθόταν δίπλα μας, και εκείνος σήκωσε τους ώμους.

Το μόνο που είχαμε ήταν ένα όνομα μιας ταινίας και ένα συναίσθημα που, για κάποιον λόγο, είχε μείνει στις αναμνήσεις ενός άντρα, εξήντα χρόνια μετά.


Είναι αλήθεια αυτό που μας έλεγαν οι μεγαλύτεροι, ότι όσο μεγαλώνεις τα χρόνια περνάνε όλο και πιο γρήγορα. Γελούσαμε με αυτό, σαν να έλεγαν κάτι το παράλογο. Δυστυχώς, όμως, στο τέλος το επιβεβαιώνουμε όλοι.

Επειδή, όμως, θέλω να δίνω μια εξήγηση στα πάντα, αφιέρωσα αρκετή σκέψη να καταλάβω τον λόγο: Γιατί τα νεανικά χρόνια μας φαίνονται πιο πυκνά από τα 30-παρά, ή τα σαράντα;

Μια θεωρία που κυκλοφορεί είναι πως η αίσθηση του (μακροπρόθεσμου) χρόνου βασίζεται στην πυκνότητα των αναμνήσεων.

Το μυαλό μας, βλέπετε, φιλτράρει τα αμέτρητα δεδομένα του πραγματικού κόσμου γιατί, όπως ένας σκληρός δίσκος, έχει (λόγω φυσικών περιορισμών) ένα όριο αποθηκευτικού χώρου.

Γι’ αυτό, διαλέγει για να αποθηκεύσει μονάχα τις σημαντικότερες αναμνήσεις. Τα υπόλοιπα, προτιμάει να τα αναπαράγει procedurally (μη βρίζετε – το λέω στα Αγγλικά γιατί είναι αλγοριθμικός όρος).

Με άλλα λόγια, είναι σαν το μυαλό να αποθηκεύει μόνο τις λέξεις “Εγώ” και “Ταρζάν” – και όταν πάει να τις προσπελάσει, γεμίζει “procedurally” την πρόταση με το προφανές ρήμα “είμαι ο”. Άρα “Εγώ είμαι ο Ταρζάν”. Ουγκ.

Με άλλα λόγια, ολόκληρη η εσωτερική αίσθηση της ζωής μας, βασίζεται σε ένα αραιό timeline σημαντικών στιγμών και σε μερικά νοητικά εργαλεία για να γεμίζουμε τα συμφραζόμενα.

Όσο μεγαλώνουμε, όμως, λόγω της εμπειρίας μας στη ζωή, όλο και λιγότερα πράγματα μας φαίνονται “σημαντικά και καινούρια”. Άρα, όλο και λιγότερα ορόσημα στο timeline επιλέγει να αποθηκεύσει ο εγκέφαλος. Και άρα όλο λιγότερα πιασίματα έχουμε για να αγγίξουμε την αίσθηση της ροής του χρόνου.

Όταν είσαι νέος κινείσαι ανάμεσα σε ένα πυκνό δάσος στιγμών και όταν μεγαλώνεις οδηγάς πια σε ένα βαρετό roadtrip στην άδεια έρημο του Route 66.

Αυτό όμως δεν είναι παρά μια θεωρία. Και ακόμη και αν ισχύει, δεν σημαίνει ότι είναι ολόκληρη η απάντηση.


Μερικά χρόνια πριν, ήρθε στο μυαλό μου, χωρίς λόγο, η “ωραία του πέραν”.

Μπορεί να ήταν μια ταινία χαμένη στον χρόνο, αλλά εγώ είχα το ίντερνετ. Άνοιξα το λάπτοπ και πολύ απλά Googlαρα το όνομα της.

“Το ερωτικό ρομάντζο του Δημητρίου Παπαδοπούλου (Τυμφρηστός) γράφτηκε το 1920 και έγινε μπεστ σέλερ της εποχής. Αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα των λαϊκών θιάσων. Πρόκειται για τον μοιραίο έρωτα της Ερμιόνης και του Αιμίλιου, που γίνεται αφορμή να έρθουν ηθοποιοί και θεατές αντιμέτωποι με την αγάπη, τη μοναξιά, τη ζήλια, την απογοήτευση, με την ίδια τη ζωή και την τυχαιότητά της.”

Ανάμεσα σε αποτελέσματα που απλά έγραφαν πληροφορίες για το βιβλίο, τις θεατρικές παραστάσεις του και το φιλμ (το οποίο προβλήθηκε πρώτη φορά το 1953!) βρήκα το link για ένα βίντεο. Το άνοιξα και το ασπρόμαυρο έργο, με όλα τα ψεγάδια του αρχικού φίλμ και τον παραμορφωμένο ήχο, άρχισε να παίζει.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά, έδειχνε τον τίτλο “Η ωραία του πέραν” σε εκείνες τις παλιές, ζωγραφισμένες με το χέρι κάρτες τίτλων.

Σύμφωνα με την περιγραφή, η ταινία διαδραματιζόταν στη Κωνσταντινούπολη. Το “ωραία του πέραν”, είχε να κάνει με την περιοχή όπου έμενε η ωραία, το “Πέραν”, που σήμερα είναι η γνωστή κεντρική οδός Ιστικλάλ.

Αυτό ήταν, το είχα βρει!

Ξάπλωσα στον καναπέ και σκέφτηκα πόσο θα χαίρονταν ο παππούς μου όταν θα του το έλεγα.


Αφού ενημέρωσα τον πατέρα μου για το γεγονός, είπα στον παππού μου να μας περιμένει το βράδυ για μια έκπληξη.

Όταν ο ήλιος έπεσε, μας περίμενε μαζί με τη γιαγιά, με το βλέμμα του λαμπερό από την αναμονή για την όποια έκπληξη του είχα. Η γιαγιά παραδίπλα, καθόταν λίγο πιο προβληματισμένη, όπως συνήθιζε να είναι.

«Παππού» του είπα χαμογελώντας, «άραξε πίσω και σου έχω ένα δώρο».

Άνοιξα το λάπτοπ μου και το άφησα στο τραπέζι απέναντι από τον καναπέ. Πήρα μια καρέκλα και κάθισα παραδίπλα, αφήνοντας τον χώρο ανάμεσα στον παππού και τον υπολογιστή ανοιχτό. Ο μπαμπάς μου και η γιαγιά κάθονταν δίπλα του.

«Θυμάσαι εκείνη την ταινία που πάντα ήθελες να ξαναδείς;» τον ρώτησα. «Την ωραία του πέραν;»

«Ναι» είπε και κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

«Ε, λοιπόν, τη βρήκα και θα τη δούμε μαζί σήμερα».

Εκείνος δεν είπε τίποτα, ίσως από την χαρά του, παρά περίμενε να βάλω το βίντεο να παίξει. Καθόταν στην άκρη του καναπέ, με τις παλάμες του να ακουμπούν στα γόνατα.

«Το βάζω να παίξει, λοιπόν» είπα. «Την “ωραία του πέραν” που τόσα χρόνια περίμενες να δεις…»

Πάτησα το play και η ταινία άρχισε. Εγώ και ο μπαμπάς μου παρακολουθούσαμε την οθόνη, σαν να περιμέναμε κάτι πολύ σημαντικό να συμβεί.

Στην αρχή, είχε κάποιες σκηνές σε εσωτερικούς χώρους από φτωχικά σπίτια εποχής. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονταν ένας-ένας. Μετά είχε ασπρόμαυρες σκηνές από δρόμους της Κωνσταντινούπολης του τότε. Εικόνες από την Πόλη πάνω από ένα καραβάκι στο ποτάμι.

Μετά στην οθόνη έδειξε μια κοπέλα να κοιμάται σε ένα μεγάλο κρεβάτι.

«Να παππού» είπα «αυτή είναι η ωραία του πέραν που είχες δει τότε, έτσι δεν είναι;»

Εκείνος έμεινε να κοιτάζει, με την ίδια έκφραση προσμονής που είχε και νωρίτερα. Μετά από λίγο απάντησε: «Ναι… ναι…». Ο τόνος της φωνής του, όμως, ήταν περισσότερο σαν να ρωτούσε κάτι, παρά να απαντάει.

Η ταινία, όπως και κάθε ταινία εκείνης της εποχής, είχε αργή πλοκή, μέσα από συνομιλίες χαρακτήρων και σκοτεινές λήψεις που δεν σε άφηναν να δεις και πολλές λεπτομέρειες.

Για τη μιάμιση ώρα που κράτησε οι ταινία, δεν είπαμε πολλά. Καθόμασταν όλοι όπως και στην αρχή, και παρακολουθούσαμε. Η γιαγιά μου είχε κουραστεί νομίζω, και δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία.

Όταν έφτασε στους τίτλους τέλους, σηκώθηκα, έκλεισα το λάπτοπ και το έβαλα στην τσάντα μου. Μετά πήγα και κάθισα ξανά δίπλα στον παππού μου. Στο δωμάτιο υπήρχε ησυχία.

«Σου άρεσε;» τον ρώτησα.

«Πολύ…» είπε εκείνος. Και πάλι, όμως, η απάντηση ήταν περίεργη. Σαν να του είχε αρέσει περισσότερο το ότι καθίσαμε όλοι μαζί, παρά αυτό που είχε δει.

Δεν μπορούσα να κρατηθώ, άλλο. Έπρεπε να τον ρωτήσω.

«Παππού» του είπα, κοιτώντας τον στα μάτια. «Αυτή ήταν η ωραία του πέραν. Εκείνη η πανέμορφη γυναίκα που είχες δει όταν ήσουν παιδί. Θυμάσαι πόσα χρόνια μας έλεγες ότι ήταν όνειρό σου να ξαναδείς εκείνη την ταινία. Να, μόλις την είδαμε. Αυτή ήταν η πιο ωραία γυναίκα που είχες δει στη ζωή σου. Αλλά δεν φαίνεσαι ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτό.»

Περίμενα να απαντήσει, κι εκείνος κοίταξε για λίγο αλλού, σαν να το σκεφτόταν.

«Ωραία ήταν η ταινία» είπε «είχε την Πόλη και ωραίες εικόνες. Αλλά νομίζω πως η ταινία που είχε δει ήταν άλλη.»

«Όχι πατέρα» του είπε ο μπαμπάς μου. «Αυτή είναι η ταινία. Βγήκε τότε που μας λες κι εσύ, όταν ήσουν παιδί, και δεν έχει κάποια άλλη.»

Εκείνος έμεινε για λίγο να σκέφτεται ξανά.

«Ναι» είπε, «αλλά η κοπέλα που είχα δει εγώ τότε, ήταν πολύ πιο όμορφη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο.»


Εκείνη τη μέρα, απέκτησα ένα καινούριο ορόσημο στο timeline της ζωής μου. Μια νέα ανάμνηση που θα όριζε σαν ένα δέντρο στο δάσος το πέρασμα του χρόνου.

Πόσα χρόνια να έχει που είδαμε εκείνη την ταινία; Μπορεί πέντε, μπορεί οχτώ. Ούτε ξέρω πια. Με ορόσημα η χωρίς, ο χρόνος συνεχίζει να περνάει.

Ο παππούς μου σήμερα είναι μόνος του. Στο κεφάλι μου αρχίζω να βρίσκω άσπρες τρίχες. Όταν κάνω την κλασική μου αναδρομή στις παλιές φωτογραφίες, η ζωή μου μού φαίνεται πολύ πιο μικρή από ότι κάποτε.

Υπάρχουν κι άλλες θεωρίες για αυτή τη διαστρέβλωση της αίσθησης του χρόνου.

Μια, ας πούμε, είναι ότι όταν είσαι νέος, βλέπεις το μέλλον σαν αιώνιο. Πιστεύεις πως για πάντα θα είσαι εδώ, χωρίς κανένα όριο να σε περιορίζει. Απολαμβάνεις τις στιγμές και τις μέρες σαν να είναι νερό από μια βρύση που δεν τελειώνει ποτέ.

Όταν όμως μεγαλώνεις και καταλαβαίνεις πρακτικά ότι υπάρχει ένα σημείο καμπής, τότε αλλάζει και η αντιμετώπισή σου απέναντι στον χρόνο. Ο χρόνος αρχίζει να αποκτάει αξία, να γίνεται σπάνιος και άρα εσύ να γίνεσαι εμμονικός με το πέρασμά του και να αγχώνεσαι για να κάνεις όλα αυτά “που πρέπει” πριν αυτός περάσει.

Και στο τέλος-τέλος, μέσα από αυτό το άγχος, καταφέρνεις ακριβώς το αντίθετο: Να αφήσεις τον χρόνο να περάσει ζώντας μονίμως στο ανύπαρκτο μέλλον, ή χαμένος στις ίδιες αναμνήσεις του παρελθόντος.


Άρα, δεν είναι ο χρόνος που αρχίζει να περνάει πιο γρήγορα. Είναι το ότι εμείς γινόμαστε αρκετά έξυπνοι για να παρατηρήσουμε αυτό το ημιδιαφανές πράγμα που μας περιέβαλε τόσο καιρό: το ποτάμι του χρόνου.

Όσο μεγαλώνει κανείς, αν επιλέγει να σκέφτεται, γίνεται όλο και πιο ρεαλιστής. Όπως σταματάει κανείς να πιστεύει στον Άγιο Βασίλη, έτσι σταματάει να πιστεύει και σε άλλα παραμύθια: την αιωνιότητα, τα ωραία ρούχα, τις φιλίες, τον έρωτα.

Κι αυτό είναι το πρόβλημα του ρεαλιστή. Ότι όσο πιο καθαρά βλέπεις τα πράγματα, τόσο πιο πολύ σε πονάνε.

Με άλλα λόγια, όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια κόντρα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.


Πολλές φορές σκέφτομαι ότι ίσως έκανα λάθος που έδειξα την “ωραία του πέραν” στον παππού μου.

Φέρνοντας μπροστά του την low-definition πραγματικότητα μιας παλιάς ταινίας, “σκότωσα” την μαγευτική εκδοχή που είχε κρατήσει μέσα του από τότε που ήταν παιδί, τότε που με το πρίσμα της φαντασίας και του άπειρου χρόνου, μπορούσε από μια εικόνα στο σινεμά του χωριού να νιώσει κάτι μεγαλύτερο από το “αληθινό”, να δει την πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο και να τη θυμάται μέχρι να γεράσει.

Βαθιά μέσα μου, ελπίζω πως είναι ακόμη αρκετά παιδί, που να έχει πείσει τον εαυτό του, πως πραγματικά εκείνη η ταινία που τότε είχε δει ήταν μια άλλη.

Και στην τελική, ήταν σίγουρα μια άλλη ταινία. Μια που δεν μπορεί να γυρίσει κανένας σκηνοθέτης, ένα ποιήμα που δεν μπορεί να γράψει κανένας ποιητής, μια ομορφιά στην οποία μόνο ένα παιδί μπορεί να πιστέψει.

Μια φαντασία που, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ καλύτερη από την ίδια την πραγματικότητα.

👉 Θέλεις περισσότερα άρθρα σαν κι αυτό;

Γράψου στην Checklist για να έρχεται ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες κατευθείαν στο email σου.