Second Brain: Πως να χτίσεις ένα δεύτερο “ψηφιακό μυαλό” για να μην ξεχνάς τίποτα

🤙 Σαν το newsletter... δεν έχει!

Το άρθρο αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από την Checklist, ένα newsletter που βάζει τα πράγματα σε μια σειρά.

Για να διαβάζεις κι εσύ ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες, με θέμα την παραγωγικότητα, τη διαχείριση χρόνου, τη ζωή στο εξωτερικό και πολλά άλλα, κάνε εγγραφή εδώ:

Το άρθρο αυτό είναι διαθέσιμο και σε podcast. Για να το ακούσετε, κάντε κλικ στον παραπάνω player, ή σε αυτό το link.

Πριν από λίγες μέρες, μια φίλη μου με ρώτησε με έντονη απορία: «τι ακριβώς κάνεις όταν δουλεύεις;» (σημείωση: είμαι προγραμματιστής)

Της εξήγησα όσο μπορούσα (καλή ιδέα για επόμενο άρθρο) και μετά της έδειξα μια φωτογραφία του set-up του γραφείου μου. Εκείνη κοίταξε με προσοχή τις οθόνες. «Αυτά τα “You should put this variable here… μπλά μπλά”» με ρώτησε, «είναι κάτι σαν chat που τα γράφεις στους άλλους που δουλεύουν μαζί σου;»

Γέλασα με αυτό. Αναφερόταν στα comments του κώδικα, που ουσιαστικά είναι σχόλια που γράφω και απευθύνονται στον ίδιο μου τον εαυτό. Γιατί όταν περνάς μια-δυο εβδομάδες, ή πόσο μάλλον ένα ή δύο χρόνια, φτιάχνοντας ένα μεγάλο software project, είναι πολύ πιθανό όταν ανοίξεις ξανά κομμάτια του κώδικα που είχες γράψει παλιά, να μην καταλαβαίνεις ούτε εσύ ο ίδιος τι κάνουν.

Το ίδιο, όμως, δεν συμβαίνει και με πολλά άλλα πράγματα στη ζωή; Συνεχώς μαθαίνουμε και ξεχνάμε, μονάχα για να αναγκαστούμε να μάθουμε τα ίδια πράγματα ξανά. Τότε, γιατί δεν κρατάμε κάτι αντίστοιχο με τις “inline” σημειώσεις του κώδικα και στην υπόλοιπή μας ζωή;

Ε, με αφορμή αυτή την σκέψη, σήμερα θα πιάσουμε το θέμα των “συγχρονισμένων σημειώσεων” και της έννοιας του “second brain”.


Από νωρίς, στην φοιτητική μου ζωή, αποφάσισα να μην κρατάω σημειώσεις. Tις θεωρούσα άχρηστες.

Γιατί; Ας πούμε ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών του, γράφει κανείς 10.000 σελίδες. Από όλες αυτές, μέχρι το τέλος, ανάθεμα κι αν ξανακοιτάξει τις 100. Από τη μια γιατί είναι δύσκολο να βρεις την κατάλληλη σημείωση την κατάλληλη στιγμή ανάμεσα σε όλη την μαζεμένη χαρτούρα, και από την άλλη γιατί υπάρχουν άλλα έτοιμα πακέτα σημειώσεων, που είναι καλύτερα και πιο σωστά δομημένα (εμάς πχ. οι καθηγητές μας προμήθευαν με δικές τους ψηφιακές σημειώσεις).

Και άσε που, από τη στιγμή που περνούσα ένα μάθημα και μετά, οι σημειώσεις που είχα κρατήσει, δεν είχαν πια καμία αξία. Είχαν γραφτεί με μοναδικό σκοπό να περαστεί το μάθημα – και όχι για να κρατήσω αποθηκευμένη κάποια ουσιαστική γνώση.

Περνώντας τα χρόνια, όμως, και καθώς ασχολούμουν με δεκάδες άλλα πράγματα, άρχισα να παρατηρώ πως η έννοια του “μαθαίνω”, είναι πολύ ρευστή. Εννοώ, μπορεί να με έπιανε καμία μανία που ασχολούμουν κάνα δίμηνο με τη μουσική και διάβαζα με τις ώρες θεωρία και κλίμακες, και ένα χρόνο μετά, αφού τα είχα αφήσει για λίγο στην άκρη, έπιανα πάλι την κιθάρα και συνειδητοποιούσα πως θυμόμουν μονάχα το 1% από όσα είχα μάθει.

Το έχουμε νιώσει όλοι, έτσι δεν είναι; Παρά το ότι μαθαίνεις κάτι ή το σπουδάζεις, δεν σημαίνει ότι θα το θυμάσαι και μετά από καιρό. Σου μένει, φυσικά, μια γενική γνώση για “το τι θα έπρεπε να ξέρεις”, κάτι σαν ένας νοητός χάρτης των γνώσεων που είχες κάποτε αποκτήσει, αλλά αν πχ. πάρεις πτυχίο φιλολόγου και σου ζητηθεί να διδάξεις λατινικά μετά από χρόνια, ουσιαστικά θα πρέπει να τα μάθεις από την αρχή.

Όλο αυτό έχει να κάνει με το πως λειτουργεί ο εγκέφαλός μας: Η πληροφορία που παίρνουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας είναι τεράστια, αλλά η χωρητικότητα του μυαλού πεπερασμένη. Οπότε, όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερα πρέπει αυτό να φιλτράρει και να κρατήσει μονάχα όσα βρίσκει σημαντικά.

Πως κρίνει, όμως, ένα σωματικό όργανο το τι πρέπει να σβήσει και τι να κρατήσει; Υπάρχουν διάφορα κριτήρια, αλλά δύο από τα σημαντικότερα είναι το συναίσθημα και η συχνότητα.

Το “συναίσθημα” σημαίνει πως αν δεις κάτι για πρώτη φορά, ο εγκέφαλος έχει περισσότερες πιθανότητες να το αποθηκεύσει, γιατί θα σου κάνει εντύπωση. Γι’ αυτό έχουμε τόσες δυσανάλογα πολλές αναμνήσεις από την παιδική μας ηλικία. Όταν είμαστε μικροί, σχεδόν τα πάντα μας κάνουν εντύπωση – αλλά όσο μεγαλώνουμε αυτό χάνεται και οι μήνες καταλήγουν να περνάνε χωρίς την παραμικρή ανάμνηση.

Με τη “συχνότητα”, από την άλλη, μιλάμε απλούστατα για το πόσο συχνά χρησιμοποιείς κάποια γνώση. Αυτό είναι ένα πολύ πιο ελεγχόμενο εργαλείο για ένα ενήλικα απ’ ότι το συναίσθημα. Αν, ας πούμε μάθεις προγραμματισμό και δεν ξαναακουμπήσεις υπολογιστή για δύο χρόνια, πιθανότατα δεν θα θυμάσαι και πολλά. Αν, όμως, συνεχίσεις να προγραμματίζεις κάθε μέρα για πέντε χρόνια, τότε η γνώση θα μείνει εντυπωμένη μέσα σου σχεδόν για πάντα.

Το πόσο συχνά πρέπει να βλέπεις κάτι για να το θυμάσαι έχει μελετηθεί πολύ σε επιστημονικό επίπεδο και πάνω στα συμπεράσματα έχουν δημιουργηθεί διάφορες μέθοδοι spaced-repetition, που ουσιαστικά σου “υπενθυμίζουν” να ξαναδείς/ξαναδιαβάσεις πράγματα ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, με σκοπό να μεγιστοποιήσουν την απομνημόνευσή τους. (Για αυτά, όμως, θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή).

Άρα, ως τώρα, καταλήγουμε στα εξής:

  • Πολύς από τον χρόνο που περνάμε στη ζωή μας για να μαθαίνουμε πράγματα, πηγαίνει χαμένος, αφού είναι πολύ εύκολο να ξεχάσουμε όσα μάθαμε.
  • Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να απομνημονεύσεις πράγματα πιο αποδοτικά, όπως το spaced-repetition, αλλά και αυτοί απαιτούν αρκετή επένδυση χρόνου (και σίγουρα έχουν τα όριά τους).

Μπροστά σε αυτά τα συμπεράσματα, χρειαζόμουν κάτι καλύτερο. Κάτι που θα ταίριαζε στις δικές μου ανάγκες. Δεν ήθελα να θυμάμαι τα πάντα κάθε στιγμή σαν expert. Ήθελα απλώς να έχω εύκαιρες τις βασικές γνώσεις από οτιδήποτε μαθαίνω, έτσι ώστε να μπορώ να τις κάνω jumpstart πολύ πιο εύκολα, όποτε τις χρειαζόμουν.

Με άλλα λόγια, δεν ήθελα να κάνω τον εγκέφαλο μου “καλύτερο”. Ήθελα να φτιάξω ένα έξτρα εργαλείο που θα λειτουργεί σαν ένας ακόμη εγκέφαλος. Να φτιάξω ένα εξωτερικό “second brain”.

Και ίσως η απάντηση σε αυτό να ήταν οι σημειώσεις, που ως τότε σνόμπαρα. Τις σνόμπαρα γιατί, με την κλασσική τους μορφή, ήταν δύσχρηστες, δεν γίνονταν backup και δεν είχαν αναζήτηση, όπως η Google (που λειτουργεί σαν external brain, απλά όχι custom).

Αν, όμως, έκανα τις σημειώσεις μου ψηφιακές (όχι με τον χαζό, χειρόγραφο τρόπο σε iPad) αλλά σαν μια συνεχή καταγραφή των σημαντικότερων highlights από όσα διαβάζω και μαθαίνω;

Τότε θα μπορούσα να φτιάξω μια δική μου “προσωπική Google”, που θα απαντούσε στα στοχευμένα ερωτήματα που θα είχα για πράγματα που είχα μάθει και θα εξελισσόταν συνεχώς μαζί μου.

Αυτή θα ήταν μια καλή λύση: Μια προσωπική βάση δεδομένων για τις σημειώσεις μου, συγχρονισμένη παντού, στην οποία θα μπορούσα να αναζητήσω εύκολα.


Αυτό προσπάθησε να κάνει κάποτε το Evernote: Ένα πολύ γνωστό online app για τους productivitάδες της blogόσφαιρας του 2007+.

Το κακό με το Evernote, όμως, είναι πως κοστίζει (με μηνιάτικη συνδρομή, μπλιαχ!) και πως έτσι δεν θα είχα ουσιαστικό έλεγχο των δεδομένων μου, αφού θα βρίσκονταν πάντα σε κάποιον ξένο server. Άλλη λύση θα ήταν το Google Keep, αλλά είναι υπερβολικά απλοϊκό για τις ανάγκες μου.

Αυτό που χρειαζόμουν για να φτιάξω το second brain μου, ήταν ένα εργαλείο όπου θα μπορούσα:

  • Να δομήσω ευέλικτα τις σημειώσεις μου.
  • Να μπορώ να αναζητήσω σε αυτές.
  • Να έχω τα δεδομένα μου συγχρονισμένα σε κάθε συσκευή μου.
  • Να μην χρειάζεται να πληρώνω κάποια συνδρομή.
  • Να είναι τα δεδομένα μου κρυπτογραφημένα end-to-end, δηλαδή να μην μπορεί να έχει κανείς πρόσβαση σε αυτά, πέραν από εμένα.

Ψάχνοντας (πολύ), κατέληξα στο Joplin, το οποίο:

  • Είναι ένα open-source πρόγραμμα που θυμίζει πολύ το Evernote.
  • Μπορεί να συγχρονίσει τα δεδομένα του μέσα από άλλες cloud πλατφόρμες όπως το Dropbox ή το Google Drive.
  • Κρυπτογραφεί πλήρως τα δεδομένα μου.
  • Είναι απολύτως δωρεάν.
Ένα παράδειγμα από τα δικά μου notebooks του Joplin.

Έτσι, τον τελευταίο χρόνο, έχω φτιάξει μέσα στο Joplin μια σειρά από Notebooks, το καθένα με δεκάδες κεφάλαια και notes, στα οποία καταγράφω κάθε δεδομένο ή γνώση που δεν θέλω να ξεχάσω, καθώς την διαβάζω/ακούω.

Για παράδειγμα, καταγράφω:

  • Πράγματα που μαθαίνω για τη δουλειά μου, κατηγοριοποιημένα ανά γλώσσα προγραμματισμού ή framework.
  • Διαδικασίες σκέψης που κάνω καθώς φτιάχνω κάτι, ώστε να μπορώ εκ των υστέρων να θυμηθώ πως και γιατί το έκανα.
  • Τα σημαντικότερα bullet points για γενικά θέματα που Googlαρα/Wikipediάρισα, όπως πχ. τη γεωργία, τις οικονομικές επιστήμες, τη φορολογία, την ψυχολογία κλπ.
  • Λίστες με ιδέες για πράγματα που θέλω να φτιάξω ή να γράψω, όπως πχ. θέματα για αυτό εδώ το newsletter.
  • Wishlists για πράγματα που θέλω να αγοράσω και γιατί, μαζί με δεδομένα που βρήκα για τις τιμές και τα χαρακτηριστικά τους ψάχνοντας στο internet.
  • Λίστες στις οποίες θα θέλω να ανατρέξω στο μέλλον, όπως πχ. βιβλία που θέλω να αγοράσω ή που διάβασα ή ταινίες που είδα μαζί με μια μικρή περιγραφή του πως μου φάνηκε…

Και ου το καθεξής. Και μέσα από αυτό, αφιερώνοντας ελάχιστο χρόνο για να καταγράψω σε real-time τις σημαντικές πληροφορίες που προκύπτουν μέσα στη μέρα, χτίζω συνεχώς μια προσωπική βάση δεδομένων, που λειτουργεί σαν ένα “εξωτερικό μυαλό” που δεν ξεχνάει τίποτα.

Η ουσία είναι πως δεν χρειάζεται να τρως κάποιον έξτρα χρόνο μέσα στην εβδομάδα μου ώστε να καταγράφω τα όσα μαθαίνω. Το αντίθετο: Γράφω οτιδήποτε βρίσκω σημαντικό, την ίδια στιγμή που το μαθαίνω.

Έτσι, η όλη διαδικασία έχει σχεδόν μηδενική τριβή: Γράφω τις ίδιες σημειώσεις που θα έγραφα τυπικά σε ένα τετράδιο καθώς θα διάβαζα, απλώς αυτή τη φορά δεν θα μείνουν χαμένες σε συρτάρια και τετράδια, αλλά θα τις έχω πάντα μαζί μου, εύκολα προσβάσιμες, ασφαλείς και με την μαγική ικανότητα της αναζήτησης.

Έτσι, από αυτή τη χρονιά, νομίζω πως κατάφερα να “ξεκλειδώσω” το μυστικό του notetaking και να βάλω τα πρώτα λιθαράκια σε έναν προσωπικό θησαυρό, χτίζοντας το δικό μου “second brain”: έναν παντοτινό χάρτη όλων των πραγμάτων που σε κάποια στιγμή της ζωής μου θεώρησα ότι έχει κάποια αξία να το γνωρίζω, και που έτσι δεν θα είναι δυνατόν να τα ξεχάσω ποτέ.


Θέλεις κι εσύ να κρατήσεις συγχρονισμένες, αναζητήσιμες σημειώσεις; Να μερικά από τα εργαλεία τα οποία έχω κοιτάξει – και ίσως θα ήθελες να τσεκάρεις:

  • Joplin: Το δικό μου αγαπημένο και πλήρως open-source. Κατά την άποψή μου το καλύτερο αυτή τη στιγμή, ειδικά εάν δεν θέλεις να πληρώνεις συνδρομές, αλλά ίσως όχι το πιο user-friendly από όλα.
  • Microsoft OneNote: Πολύ καλό εναλλακτικό πρόγραμμα για σημειώσεις από τη Microsoft. Free σε τεράστιο βαθμό, αλλά αν τυχαίνει να έχεις ήδη κάποια συνδρομή στο Microsoft Office, τότε γίνεται υπερ-εργαλείο.
  • Google Keep: Ένα από τα πιο εύχρηστα online apps για σύντομες σημειώσεις από τη Google, αλλά σχετικά απλοϊκό για πιο εκτενή χρήση. Μπορεί πάντως να παίξει τον ρόλο του σημειωματαρίου για “γρήγορα notes”, πριν αυτά μπουν σε κάτι σαν το Joplin.
  • Google Drive: Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει γενικά το Google Drive για σημειώσεις, καταγράφοντας τα πάντα σε ξεχωριστά έγγραφα, αλλά κατά τη γνώμη μου ένα πρόγραμμα φτιαγμένο συγκεκριμένα για αυτόν τον σκοπό θα είναι πιο εύχρηστο.
  • Dropbox: Αντίστοιχα με το Google Drive και αυτό, δεν είναι φτιαγμένο για σημειώσεις, αλλά έχει τους δικούς του word editors και μέχρι ένα σημείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκαναρισμένα έγγραφα κλπ.
  • Notion: Μια πολύ μοδάτη online πλατφόρμα για σημειώσεις και συνεργασία πάνω σε δεδομένα που θυμίζει Wiki. Για πολλές χρήσεις σημειώσεων μπορεί να είναι καλό, αλλά είναι μια ολόκληρη πλατφόρμα με τα θετικά και τα αρνητικά της.
  • Απλό αρχείο κειμένου: Καμιά φορά, ένα απλό αρχείο κειμένου το οποίο κάνεις sync μέσω πχ. Dropbox σε κάθε συσκευή, μπορεί να είναι αρκετό για πολλούς χρήστες.

Και μερικά ενδιαφέροντα άρθρα και έννοιες σχετικά με το θέμα του notetaking και της μάθησης:

  • Personal Knowledge Base: Το άρθρο της Wikipedia για το αντίστοιχο θέμα.
  • Commonplace book: Η κλασσική έκδοση της “προσωπικής βάσης δεδομένων”, προτού φτιαχτούν οι βάσεις δεδομένων, ήταν ένα τετράδιο.
  • Spaced Repetition: Μια τεχνική απομνημόνευσης, βασισμένη σε έρευνες σχετικά με το πόσο συχνά πρέπει να δούμε κάτι για να μην το ξεχάσουμε.

👉 Θέλεις περισσότερα άρθρα σαν κι αυτό;

Γράψου στην Checklist για να έρχεται ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες κατευθείαν στο email σου.