fbpx

Υποκατάστατα: Οι στόχοι, τα μεγάλα όνειρα και οι καριέρες-φαντάσματα

🤙 Σαν το newsletter... δεν έχει!

Το άρθρο αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι από την Checklist, ένα newsletter που βάζει τα πράγματα σε μια σειρά.

Για να διαβάζεις κι εσύ ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες, με θέμα την παραγωγικότητα, τη διαχείριση χρόνου, τη ζωή στο εξωτερικό και πολλά άλλα, κάνε εγγραφή εδώ:

Τα τελευταία χρόνια, νιώθω πως ζω μια βαρετή ζωή. Όλα έχουν μπει σε μια σειρά, αλλά από την καθημερινότητά μου λείπει η ηλεκτρική ενέργεια που κάποτε με διαπερνούσε. Εκείνο το μόνιμο εσωτερικό drive, η νευρικότητα να κυνηγάω ένα μακρινό ιδανικό που ήταν μεν ρευστό, αλλά και αρκετά συγκεκριμένο μέσα μου.

Και αυτές τις μέρες έχω αρχίσει να το φιλοσοφώ: Τι να φταίει, ακριβώς, που κατέληξα να νιώθω έτσι;

Φταίει, μήπως, το ότι για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία, καταστάλαξα σε μια πόλη και μια συγκεκριμένη καθημερινότητα; Μήπως το ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου ακολουθώ τα σταθερά βήματα μιας τυπικής καριέρας; Η μήπως απλά το ότι μεγαλώνω και όλη αυτή η ξενέρα πάει πακέτο με την ηλικία;

Οι παρενέργειες της ντεκαφεϊνέ ζωής

Πάντα είχα μια αλλεργία στους εθισμούς. Ίσως επειδή σαν χοντρό παιδάκι γνώριζα τα αρνητικά ενός, όπως το φαγητό, και σίγουρα επειδή έβλεπα τον κόσμο γύρω μου να πλακώνεται στα βρωμερά τσιγάρα (στις Πασοκτσίδικες εποχές των 90s) και η αηδία μου έβγαινε φυσικά.

Το μόνο πράγμα στο οποίο μου είχα επιτρέψει να εθιστώ, ήταν ο καφές.

Βλέπετε, η καφεΐνη δεν είναι απλώς μια συμπαθητική ουσία ενός ροφήματος: είναι ένα κανονικό φάρμακο και είναι ψυχοτροπικό, όπως η νικοτίνη, το αλκοόλ ή το χασίς. Απλώς, σε αντίθεση με τα άλλα τρία, κάθε έρευνα που διαβάζαμε μέσα στα χρόνια, εκθείαζε τον καφέ για το πως “όσοι έπιναν δύο φλιτζάνια την ημέρα ζούσαν περισσότερο”.

Έτσι, ο καφές, μέσα στα χρόνια, είχε γίνει κομμάτι της ταυτότητάς μου: Ήταν μια εξαιρετική αφορμή για να εξερευνώ πόλεις όταν ταξίδευα, βρίσκοντας όμορφα coffeeshops και δοκιμάζοντας απίθανους espresso. Πόσταρα και μια-δυο φωτό τη μέρα στο Instagram με φλυτζάνια (και συνοδευτικά κέικ) και πουλούσα και λίγο το lifestyle μου (άλλος εθισμός και αυτός).

Πριν από περίπου δύο χρόνια, όμως, τα έκοψα και τα δύο: Και την καφεΐνη και το Instagram. Ερχόμενος από ένα burnout στη Γερμανία, είχαν αρχίσει να μου πέφτουν οι τρίχες από τα γένια λόγω στρες, και ο δερματολόγος μου είχε ζητήσει να κόψω απαραίτητα την καφεΐνη. Το Instagram απλώς το πήρε παραμάζωμα το γενικότερο ξεσκαρτάρισμα.

Από τότε, έχω πιεί καφέ με καφεΐνη περίπου τρεις φορές, και τις δύο από αυτές κατά λάθος. Όμως, καφέ (για τη συνήθεια) συνεχίζω να πίνω, απλώς ντεκαφεϊνέ.

Αυτός δεν έχει σχεδόν καθόλου καφεΐνη, και άρα καμία από τις αρνητικές παρενέργειες του καφέ. Αλλά έχει την ίδια σχεδόν γεύση και παραμένει μια καλή αφορμή για να κάτσω μόνος στην καφετέρια της γειτονιάς και να διαβάσω την Καθημερινή.

Από τότε, όμως, που άρχισα τον ντεκαφεϊνέ-καφέ, νιώθω σαν να ζω και γενικότερα μια ντεκαφεϊνέ-ζωή. Μια καθημερινότητα που μοιάζει αρκετά με την παλιά, αλλά που της λείπει κάτι βασικό. Της λείπει το buzz της. Aυτός ο “ηλεκτρισμός” που κάποτε με έκανε να ξυπνώ κάθε πρωί γεμάτος όρεξη, έτοιμος για να αρπάξω τη μέρα από τα μαλλιά.

Η ουσία… των πραγμάτων

Το είπαμε ήδη πως η καφεΐνη είναι ένα ψυχοτροπικό ναρκωτικό. Ένα stimulant που επηρεάζει το νευρικό σύστημα και τη διάθεση. Και είναι προφανές ότι με επηρέαζε και εμένα με αυτόν τον τρόπο. Όποτε έπινα τον “χυμό του διάβολου”, με ανέβαζε και με έκανε να ξεχνάω οτιδήποτε μπορούσε να με ρίξει.

Η απορία μου, όμως, μετά από δύο χρόνια, είναι: Φταίει το ότι έκοψα την καφεΐνη που έγινα τόσο ρουτινιάρης; Ή έκοψα την καφεΐνη επειδή έγινα ρουτινιάρης και δεν μου ταίριαζε πια αυτό το mood;

Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι τις μέρες που προσπαθώ ξανά και ξανά να γράψω newsletter, αλλά δεν τα καταφέρνω, και με κερδίζει ο καναπές και η “Γη της Ελιάς”. Τότε, συχνά μπαίνω στον πειρασμό να επιστρέψω στην αλήτικη ζωή του freddo. Στην τελική, σκέφτομαι, πόσο κακό μπορεί να μου κάνει ένα κανονικό καφεδάκι μια στο τόσο;

Τώρα, ξέρω ότι μπορεί να γελάτε με τον τύπο που κάθεται και μιλάει για τη γαμημένη ραχοκοκαλιά της Ελληνικής οικονομίας σαν να είναι απαγορευμένη ουσία Α’ κλάσης. Και εγώ γελάω μαζί μου.

Αλλά, για να επιστρέψω στην αρχική μου απορία: Να φταίει που έκοψα την καφεΐνη και έχω γίνει έτσι; Ή μπήκα στην ντεκαφεϊνέ-ζωή, γιατί κάτι άλλο έχει αλλάξει;

Οι στόχοι μιας ρουτίνας

Πριν από ένα χρόνο (όντας με τα μούτρα βαθιά μες στον πυρήνα της “ντεκαφεϊνέ ζωής”) είχα μοιραστεί μαζί σας τους στόχους μου για εκείνο το τετράμηνο.

Τι συνέβη, λοιπόν, με αυτούς, έναν χρόνο μετά;

Κατ’ αρχήν, το χρονικό τους εύρος από “τετράμηνο” κατέληξε να είναι “χρόνος”. Σε γενικές γραμμές, όμως, οι περισσότεροι πήγαν καλά – με μόνη “σκοτεινή” εξαίρεση τον στόχο της διατροφής, που μέχρι και σήμερα παλεύω για να τον καταφέρω.

Εκεί που, όμως, θέλω να επικεντρωθώ, είναι στο δίπολο των στόχων για το βιβλίο μου και τη δουλειά.

Ο στόχος της δουλειάς ήταν (κατά λέξη) “να γαμ%@ω και να δείρω” σε αυτή – και τον κατάφερα κυριολεκτικά(ή ίσως όχι και τόσο κυριολεκτικά… αφού θα ήταν κάπως περίεργο… 😂) αφού μέσα στο περασμένο διάστημα κάλυψα όλους τους υπο-στόχους μου ακόμη και για τα επόμενα τρία χρόνια. Ο στόχος αυτός, θυμίζω, πως ανήκε στον πυλώνα με τίτλο “η εργασία για τις υποχρεώσεις της ζωής”.

Ο άλλος στόχος, για το βιβλίο, είχε να κάνει με εκείνο το μυθιστόρημα που σας είχα πει πως έγραφα, και ήταν: “να έχω ολοκληρώσει το τελευταίο του draft μέχρι τον (περασμένο) Δεκέμβριο”.

Τελικά, η ολοκλήρωσή του πήρε αρκετά περισσότερο, ουσιαστικά μέχρι τον φετινό Οκτώβριο. Αλλά πριν από έναν μήνα, έστειλα το manuscript στους πρώτους πιθανούς εκδοτικούς οίκους. Ο στόχος μου αυτός ανήκε στον πυλώνα “εργασία για τα μεγάλα όνειρα”.

Τι περιέχει ο πυλώνας “μεγάλα όνειρα” για μένα; Τα πράγματα που αν πέθαινα χωρίς να έχω καταφέρει, θα ένιωθα πως η ζωή μου θα είχε πάει στράφι. Τόσο σημαντικά τα θεωρώ όσα ανήκουν σε αυτόν, που δεν μπορούν να είναι πολλά. Είναι τα λιγοστά πράγματα που, με μια άλλη λέξη, θα μπορούσαμε να πούμε “μεγάλα μας καλέσματα”.

Σε αυτά άνηκε για εμένα το βιβλίο μου. Και όταν πια ήταν έτοιμο, λίγο πριν το υποβάλλω για έκδοση στους εκδοτικούς, ένιωσα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια να φοβάμαι. Ένιωσα έναν βαθύ, συνταρακτικό φόβο – και πραγματικά μου πήρε εβδομάδες μέχρι να τολμήσω να το στείλω.

Αυτός ο φόβος, όμως, ξύπνησε κάτι μέσα μου κάτι πολύ θετικό. Αυτό το συναίσθημα, στην πραγματικότητα, ήταν μια από τις ελάχιστες στιγμές τα τελευταία τρία χρόνια, που είχα νιώσει κάτι “αληθινό”. Ήταν ένα συναίσθημα από αυτά που είχα σχεδόν ξεχάσει. Από αυτά που κάποτε ένιωθα συχνά, πριν επιλέξω να ζήσω την “ντεκαφεϊνέ ζωή”.

Βουτώντας στον φόβο

Η ζωή μας, όμως, όπως και η καθημερινή μας ενέργεια, είναι πράγματα πεπερασμένα. Έχουν ένα συγκεκριμένο μέγεθος και ως εκεί. Και όλοι μας οι στόχοι, σε όποιον πυλώνα και αν ανήκουν, θα πρέπει να ανταγωνιστούν μεταξύ τους για να “κλέψουν” την απαραίτητη ενέργεια για αυτούς.

Με το κομμάτι της “εργασίας” να μου πηγαίνει τόσο καλά, μπορείτε να φανταστείτε πως αυτός ο πυλώνας έλαβε κάπως περισσότερη ενέργεια από ότι οι άλλοι.

Πως γίνεται, όμως, να έδωσα πιο πολλή ενέργεια σε έναν στόχο που ήδη πήγαινε καλά (όπως την καριέρα) από ότι σε ένα “μεγάλο όνειρο” που τη χρειαζόταν περισσότερο, όπως η ολοκλήρωση του βιβλίου μου; Πως γινόταν τους τελευταίους μήνες να χρονοτριβούσα με το βιβλίο (και με το newsletter) ενώ στο κομμάτι της εργασίας μου ως software developer να έδινα και έξτρα χρόνο;

Ας μην ξεχνάμε, πως όλη η θεωρία με τους Πυλώνες σαν απώτερο σκοπό της είχε το στήσιμο μιας ισορροπημένης ζωής. Εδώ, όμως, προφανώς, δεν υπήρχε ισορροπία.

Πριν από λίγο καιρό, βρήκα τυχαία στο internet την περίληψη των συμπερασμάτων ενός βιβλίου με τίτλο “Turning Pro”. Το έγραψε ένας Αμερικανός συγγραφέας που για πολλά χρόνια φερόταν σαν “ερασιτέχνης” μέχρι που αποφάσισε πως έπρεπε επιτέλους να γίνει “pro”.

Μέσα στις ατάκες αυτού του βιβλίου, βρήκα και το εξής απόσπασμα:

“Μερικές φορές, όταν φοβόμαστε να αφεθούμε στο πραγματικό μας κάλεσμα, καταλήγουμε να κυνηγάμε ένα “κάλεσμα-υποκατάστατο” στη θέση του. Η καριέρα-υποκατάστατο που ακολουθούμε, για παράδειγμα, είναι μια “μεταφορά” για την πραγματική μας καριέρα. Το σχήμα της είναι παρόμοιο. Οι γωνίες της μοιάζουν υπερβολικά με αυτές της πραγματικής. Αλλά η καριέρα-υποκατάστατο δεν κρύβει κανένα πραγματικό ρίσκο για εμάς. Αν αποτύχουμε στην καριέρα-υποκατάστατο, οι επιπτώσεις δεν θα έχουν κανένα αντίκτυπο για εμάς.”

Διαβάζοντας αυτή την περιγραφή, ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου. Αμέσως συνειδητοποίησα πως έκανα ακριβώς το ίδιο πράγμα, με την καριέρα μου ως προγραμματιστής να είναι το υποκατάστατο του πραγματικού μου ονείρου, που (πιθανότατα) είναι το γράψιμο και η δημιουργική ζωή.

Αστείο δεν είναι; Καριέρες-υποκατάστατα. Ντεκαφεϊνέ-καριέρες, δηλαδή, που μοιάζουν πολύ με την πραγματική, αλλά που πάντα κάτι θα τους λείπει.

Είμαι ρεαλιστής: Γνωρίζω πως το γράψιμο δεν θα μου φέρει (πιθανότατα) ποτέ λεφτά. Το γράψιμο γενικά, και ακόμη περισσότερο στην Ελλάδα, δεν είναι καλή δουλειά. Γι’ αυτό, είτε το λες λογοτεχνία, είτε αρθρογραφία, για εμένα επιλέγω να αποτελεί ένα “κάλεσμα”, που αν το ακολουθήσω, θα το κάνω για κάθε λόγο πέραν από τους οικονομικούς. Και ευτυχώς, για το τελευταίο, έχω το software development, που σε αυτό το κομμάτι τα πάει πολύ καλά.

Όμως, εκείνο το σπάνιο συναίσθημα, ο φόβος που μου προκάλεσε η προοπτική της υποβολής του βιβλίου μου για έκδοση, ήταν ένα wake-up call. Ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη της σημασίας που έχει αυτό το πράγμα για μένα. Το συναίσθημα αυτό είναι ο “φόβος-εργαλείο”: Ένας σημαντικότατος “δείκτης”. Μια πυξίδα για να καταλαβαίνει κανείς προς τα που είναι πραγματικά ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει.

Και αυτός ο φόβος, τον περασμένο χρόνο, εμένα με νίκησε. Με έκανε να κρατάω πίσω το βήμα μου από τα πράγματα που είχαν πραγματική αξία για μένα, και να τα δίνω όλα στο θέμα της καριέρας, ξεσπώντας εκεί όλη την περισσευούμενη ενέργεια.

Έτσι, είχα μονίμως την επιφανειακή δικαιολογία πως “η δουλειά πήγαινε καλά”, ενώ όλα όσα είχαν πραγματικά σημασία για μένα, τα άφηνα να μαραζώνουν πίσω από την μουδιασμένη καθημερινότητα.

Και το χειρότερο από όλα είναι το εξής: Πως και το ότι τα πήγα τόσο καλά στο θέμα της καριέρας, δεν με έκανε πραγματικά ευτυχισμένο. Εννοώ, εντάξει, δεν στεναχωρήθηκα κιόλας. Αλλά και να αποτύγχανα σε αυτή για φέτος, δεν θα τα έβαφα και μαύρα.

Γιατί, για μένα, το software είναι απλώς ένα διασκεδαστικό χόμπι. Μου αρέσει, είναι αλήθεια – και μου δίνει λεφτά. Αλλά για την ψυχή μου και για όσα πραγματικά αποτελούν τον πυρήνα μου, δεν έχει και τόση σημασία.

Καφετζήηηη…

Με τους περισσότερούς μου τυπικούς στόχους, λοιπόν, να έχουν ολοκληρωθεί, τι μπορεί να ακολουθήσει; Η καριέρα έχει μπει σε μια σειρά. Η ζωή μου το ίδιο. Ακόμη και το να γράψω το βιβλίο, τελείωσε – και ήταν το μοναδικό “βαρίδιο” που είχε απομείνει από μια σειρά μεγάλων στόχων της προηγούμενης δεκαετίας. Οκ, μένει και το να εκδοθεί, αλλά… από δω και πέρα, τι;

Έτσι, μετά από πολλά χρόνια, βρίσκομαι για πρώτη φορά μπροστά σε ένα τρομαχτικό κενό: Το κενό των μεγάλων μου στόχων, το οποίο αναγκαστικά θα πρέπει να αντιμετωπίσω ώστε να δώσω στον εαυτό μου τις απαντήσεις που χρειάζεται.

Φυσικά, όντας πια 32, στόχοι όπως αυτοί που είχα στα 25 μου, όπως το “να είμαι φέτες”, ή “να ντύνομαι καλύτερα” δεν νιώθω ότι με γεμίζουν όπως κάποτε. Μου φαίνονται πια ρηχοί. Passé. Τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσω σήμερα είναι πολύ πιο βαθιά. Έτσι όπως, απ’ ότι φαίνεται, απαιτεί και το επόμενο βήμα στη ζωή μου.

«Ποιός θέλω να είμαι μετά από δέκα χρόνια;»

Αυτό νομίζω πως είναι το νέο μεγάλο ερώτημα. Και ανάλογα με την απάντηση σε αυτό νομίζω πως θα προκύψουν και οι επιμέρους νέοι στόχοι, και όχι ανάποδα.

Με τον χρόνο, όμως, να περνάει πιο γρήγορα από ποτέ, οι απαντήσεις έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν υπάρχει πια χρόνος για λάθη, ούτε για εφηβικούς πειραματισμούς. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για να λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Και σίγουρα δεν υπάρχει χρόνος για φόβο απέναντι στα αληθινά μας θέλω, απέναντι στα πραγματικά μας μεγάλα όνειρα, αυτά για τα οποία εάν πεθαίναμε χωρίς να έχουμε ολοκληρώσει, θα νιώθαμε πως είχαμε ζήσει μια μισή ζωή.

Ίσως, για μένα, η απάντηση σε όλα αυτά να είναι το γράψιμο – και να πρέπει επιτέλους, να αποδεχτώ πως πρέπει να γίνω pro σε αυτό, όπως έλεγε κι ο Αμερικανός τυπάς. Να το δω, δηλαδή, τόσο “επαγγελματικά”, όσο βλέπω και την καριέρα-υποκατάστατο.

Αλλά μετά από τόσα χρόνια που μιλάμε μέσα από αυτά εδώ τα άρθρα, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας πω, πως ξανά, δεν ξέρω τίποτα. Το μόνο που έχω να μοιραστώ, είναι ερωτήματα.

Μέσα από όλα αυτά, κατέληξα να γίνω ένας άνθρωπος άδειος από στόχους, άδειος από μπαγκάζια, άδειος και από καφεΐνη, που (πνευματικά) αισθάνομαι πως ξεκινάω πάλι από το μηδέν. Και μονάχα το μέλλον θα αποδείξει εκ των υστέρων, εάν ήμουν αρκετά θαρραλέος για να κοιτάξω στα μάτια αυτό που πραγματικά με φοβίζει και να το κάνω.

Ίσως, τελικά, το μόνο που χρειάζομαι, είναι να αρχίσω πάλι τον καφέ με καφεΐνη. Αυτό που θα μπορούσε να μου δώσει το edge, για να βρω την παλιά, περίσσια ενέργεια που θα χρειαζόμουν για να κυνηγήσω τα πραγματικά μου όνειρα.

Η ίσως, ο καφές να μην αρκεί πια. Μήπως να το έριχνα στις κόκες και τις αμφεταμίνες. Στην τελική, κάτι τέτοια έπαιρνε η Ayn Rand και έγραψε το Atlas Shrugged.

Προφανώς, κάνω πλάκα. Και πολύ φλωράκι είμαι για να το ρίξω στα “σκληρά”, αλλά και σέβομαι ιδιαιτέρως τον πυλώνα που λέγεται “Υγεία”.

Οπότε, ας είμαστε ρεαλιστές. Ίσως, απλούστατα, να μην μου φταίει η ντεκαφεϊνέ-ζωή μου. Χρόνος, εξάλλου, στην πραγματικότητα, υπάρχει.

Και ίσως, το μόνο που τελικά χρειάζεται να είναι να βγάλω επιτέλους το ένα πόδι έξω από τα κουτάκια της ντεκαφεϊνέ-ζωής μου που εγώ όρισα, και να γίνω λίγο περισσότερο όπως το παιδί που ήμουν κάποτε, τότε που πάλι είχα περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις – κάνοντας έναν ακόμη από τους γνωστούς, ειρωνικούς κύκλους της ζωής.

Κι ας ζωγραφίσω, επιτέλους, και καμιά μουτζούρα πάνω από τις τετραγωνισμένες γραμμές της checklist…


ps. Θέλετε να διαβάσετε τώρα και το παλιότερο άρθρο που ανέφερα στον πρόλογο;

👉 Θέλεις περισσότερα άρθρα σαν κι αυτό;

Γράψου στην Checklist για να έρχεται ένα νέο άρθρο κάθε δύο εβδομάδες κατευθείαν στο email σου.